επιτυχημένος

(προωθήθηκε από επιτυχημένο)
Μεταφράσεις

επιτυχημένος

(epitiçi'menos)

πετυχημένος

(petiçi'menos) αρσενικό

επιτυχημένη

(epitiçi'meni) θηλυκό

επιτυχημένο

successful‎éxitosuccessoناجحуспешно成功成功בהצלחה成功 (epitiçi'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει γίνει όπως πρέπει επιτυχημένο γλυκό
2. που έχει επιτυχία σε κτ επιτυχημένος ηθοποιός
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close