επιχείρηση

Μεταφράσεις

επιχείρηση

business, operation, propositionentreprenoentreprise, affaires, opérationأَعْمال تـِجارِيَّة, عَمَلِيَةٌakce, podnikáníforretninger, operationHandel, Unternehmennegocio, operaciónhanke, liiketoimintaposao, postupakimprenditoria, operazioneビジネス, 作業사업, 작전bedrijf, operatiebedrift, virksomhetbiznes, działaniefuncionamento, negócio, operaçãoдело, операцияaffärer, funktionการดำเนินการ, ธุรกิจ, operasyonhoạt động, việc kinh doanh商业, 实施 (epi'çirisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. επαγγελματική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος τουριστική επιχείρηση
2. ομαδική, συντονισμένη προσπάθεια επιχείρηση διάσωσης στρατιωτική επιχείρηση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close