επιχειρηματολογώ

Μεταφράσεις

επιχειρηματολογώ

argueargumenter, se disputerيُجادِلُhádat sediskutereargumentierendiscutirkiistelläraspravljatidiscutere立証する논쟁하다ruziëndiskutereuzasadnićdiscutirспоритьbråkaโต้เถียงtartışmaktranh luận争论 (epiçirimatolo'ɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αναπτύσσω επιχειρήματα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close