επώδυνος

(προωθήθηκε από επώδυνη)
Μεταφράσεις

επώδυνος

(e'poðinos)

επώδυνη

(e'poðini) θηλυκό

επώδυνο

schmerzhaftdouloureux (e'poðino) ουδέτερο
επίθετο
1. που προκαλεί πόνο επώδυνο χτύπημα
2. μεταφορικά που πληγώνει ψυχικά επώδυνη συζήτηση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close