ερέθισμα

Μεταφράσεις

ερέθισμα

stimulusstimulusestímuloStimulusstimolostimulusestímuloالتحفيزbodziec刺激刺激stimulusגירוי刺激자극Stimulus (e'reθizma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. αιτία που προκαλεί διέγερση οργάνου οπτικό ερέθισμα
2. κίνητρο ερέθισμα για διάλογο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close