εργάτης

Μεταφράσεις

εργάτης

(er'ɣatis) αρσενικό

εργάτρια

Arbeiterhand, labourer, workman, operative, workerouvrieroperaioarbeiderrobotnikobreiro, operário, trabalhadorрабочийarbetaretrabajadorعاملработник工人工人עובד労働者 (er'ɣatria) θηλυκό
ουσιαστικό
που εργάζεται χειρωνακτικά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close