εργένικος

(προωθήθηκε από εργένικη)
Μεταφράσεις

εργένικος

(er'ʝenikos)

εργένικη

(er'ʝenici)

εργένικο

(er'ʝeniko)
επίθετο
σχετικός με εργένη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close