εργοδότης

(προωθήθηκε από εργοδότρια)
Μεταφράσεις

εργοδότης

(erɣo'ðotis) αρσενικό

εργοδότρια

employeremployeurصَاحِبُ العَمَلzaměstnavatelarbejdsgiverArbeitgeberempleador, patrón, empresariotyönantajaposlodavacdatore di lavoro雇用主고용주werkgeverarbeidsgiverpracodawcaempregadorработодательarbetsgivareนายจ้างişverenngười chủ雇主雇主המעסיק (erɣo'ðotria) θηλυκό
ουσιαστικό
που προσλαμβάνει και αμείβει υπαλλήλους
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close