ερευνητής

(προωθήθηκε από ερευνήτρια)
Μεταφράσεις

ερευνητής

(erevni'tis) αρσενικό

ερευνήτρια

researcherchercheurinvestigadorForscherricercatoreисследовательonderzoekerPesquisadornaukowiec研究员研究員forskerחוקר연구원forskare (erev'nitria) θηλυκό
ουσιαστικό
που κάνει έρευνα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close