ερημίτης

(προωθήθηκε από ερημίτισσα)
Μεταφράσεις

ερημίτης

(eri'mitis) αρσενικό

ερημίτισσα

ermitehermitermitañoeremitaeremitaотшелникEneboer隠者 (eri'mitisa) θηλυκό
ουσιαστικό
μοναχός που ζει μόνος, μακριά από τον κόσμο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close