εσωτερικός

(προωθήθηκε από εσωτερική)
Μεταφράσεις

εσωτερικός

(esoteri'kos) αρσενικό

εσωτερική

(esoteri'ci) θηλυκό

εσωτερικό

indoor, internal, inside, esoteric, innerinternaésotérique, intérieur, interne, d’intérieurدَاخِلٌkrytýindendørsInnen-techadosisä-unutrašnjicoperto屋内の실내의overdektinnendørs-wewnętrznyinterior, internoнаходящийся в помещенииinomhus-ในร่มkapalı alantrong nhà室内的 (esoteri'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που βρίσκεται μέσα σε κτ εσωτερικός χώρος εσωτερική διακόσμηση
2. ψυχικός, συναισθηματικός εσωτερικός κόσμος
3. σε συγκεκριμένο κύκλο, χώρο εσωτερικές συγκρούσεις
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close