ευαισθησία

Μεταφράσεις

ευαισθησία

sensitivity, susceptibilitysensibilidadEmpfindlichkeitsensibilitàsensibilitéчувствительностьgevoeligheidsensibilidadeالحساسيةczułośćчувствителност灵敏度靈敏度citlivostfølsomhedרגישות感度känslighet (evesθi'sia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η ικανότητα να αισθάνεται κν κτ ένας άνθρωπος με μεγάλη ευαισθησία έχω ευαισθησία
2. τάση να υποφέρω από κτ έχω ευαισθησία στους πνεύμονες
3. ικανότητα αντίδρασης σε ερέθισμα η ευαισθησία ενός οργάνου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close