ευεργετικός

(προωθήθηκε από ευεργετική)
Αναζητήσεις σχετικές με ευεργετική: ευεργετικός
Μεταφράσεις

ευεργετικός

(everʝeti'kos)

ευεργετική

(everʝeti'ci)

ευεργετικό

beneficialbeneficiosogunstigprospěšné유익한 (everʝeti'ko)
επίθετο
που ευεργετεί ευεργετικό αποτέλεσμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close