ευκοιλιότητα

Μεταφράσεις

ευκοιλιότητα

diarrhea (efcili'otita)
ουσιαστικό θηλυκό
συχνές κενώσεις των εντέρων, σε υγρή μορφή έχω ευκοιλιότητα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close