ευσεβής

(προωθήθηκε από ευσεβές)
Μεταφράσεις

ευσεβής

(efse'vis) αρσενικό-θηλυκό

ευσεβές

pieuxgodly, devout, piouspíopiedosofrommeблагочестивыйvrome虔诚虔誠fromme경건한fromma (efse'ves) ουδέτερο
επίθετο
που σέβεται τα θεία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close