εφήμερος

(προωθήθηκε από εφήμερη)
Μεταφράσεις

εφήμερος

(e'fimeros) αρσενικό

εφήμερη

(e'fimeri) θηλυκό

εφήμερο

éphémère (e'fimero) ουδέτερο
επίθετο
προσωρινός εφήμερη επιτυχία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close