εφαρμόζω

Μεταφράσεις

εφαρμόζω

(efar'mozo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω να ισχύει, να λειτουργεί εφαρμόζω νόμο εφαρμόζω μία μέθοδο

εφαρμόζω

implement, administer, applyappliquerприменить
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
στερεώνομαι σωστά καπάκι που εφαρμόζει καλά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close