εφευρέτης

(προωθήθηκε από εφευρέτρια)
Μεταφράσεις

εφευρέτης

(efe'vretis) αρσενικό

εφευρέτρια

inventorinventeurمُخْتَرِعٌvynálezceopfinderErfinderinventorkeksijäizumiteljinventore発明者발명가uitvinderoppfinnerwynalazcainventorизобретательuppfinnareผู้ประดิษฐ์mucitngười phát minh发明者, 发明人Изобретател發明人ממציא (efe'vretria) θηλυκό
ουσιαστικό
που έχει κάνει κπ εφεύρεση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close