εφεύρεση

Μεταφράσεις

εφεύρεση

inventionإِخْتِرَاعٌvynálezopfindelseErfindunginvenciónkeksintöinventionizuminvenzione発明발명uitvindingoppfinnelsewynalazekinvençãoизобретениеuppfinningการประดิษฐ์icatsự phát minh发明изобретение發明המצאה (e'fevresi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. επινόηση η εφεύρεση του ασύρματου
2. το αντικείμενο εφεύρεσης Καταπληκτική εφεύρεση!
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close