εφημερία

Μεταφράσεις

εφημερία

callchiamataשיחה호출 (efime'ria)
ουσιαστικό θηλυκό
το διάστημα που εφημερεύει κν έχω εφημερία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close