ζημιάρης

(προωθήθηκε από ζημιάρικο)
Μεταφράσεις

ζημιάρης

(zi'mɲaris) αρσενικό

ζημιάρα

(zi'mɲara) θηλυκό

ζημιάρικο

(zi'mɲariko) ουδέτερο
επίθετο
που κάνει συνέχεια ζημιές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close