ζωγραφική

Μεταφράσεις

ζωγραφική

paintingживописьpinturaMalereipeinturepinturamalarstwo绘画繪畫Malerimaalaus絵画จิตรกรรม (zoɣrafi'ci)
ουσιαστικό θηλυκό
η τέχνη αναπαράστασης εικόνας με σχέδιο και χρώμα η αφηρημένη ζωγραφική
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close