ζωηρεύω

Μεταφράσεις

ζωηρεύω

(zoi'revo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αποκτάω ενεργητικότητα Το πρόσωπό του ζωήρεψε μόλις την είδε.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close