ηλεκτροπληξία

Μεταφράσεις

ηλεκτροπληξία

electric shockelektrokutoélectrocutionsähköiskun (ilektropli'ksia)
ουσιαστικό θηλυκό
η ισχυρή αντίδραση οργανισμού που διαπερνάται από ηλεκτρικό ρεύμα Κίνδυνος ηλεκτροπληξίας! παθαίνω ηλεκτροπληξία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close