ημερολόγιο

Μεταφράσεις

ημερολόγιο

Kalender, Terminkalendercalendar, diary, journal, datebookkalendarokalenteri‎, päiväkirjacalendrier, journal intime, agendakalender, dagboekتَقْوِيـم, يَوْمِيَّاتdiář, kalendářdagbog, kalendercalendario, diariodnevnik, kalendarcalendario, diarioカレンダー, 日記달력, 일기dagbok, kalenderkalendarz, pamiętnikcalendário, diárioдневник, календарьdagbok, kalenderปฏิทิน, สมุดบันทึกประจำวันajanda, takvimlịch, nhật ký日历, 日志календар日曆לוח שנה (imero'loʝio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η αποτύπωση των ημερών και των μηνών σε χαρτί ημερολόγιο τοίχου
2. καταγραφή προσωπικών εμπειριών κρατάω γράφω ημερολόγιο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close