θέρμανση

Μεταφράσεις

θέρμανση

hejtadoتَسْخِيـنtopeníopvarmningHeizungheatingcalefacciónlämmityschauffagegrijanjeriscaldamento暖房가열verwarmingoppvarmingogrzewanieaquecimentoнагреваниеvärmeการทำให้อุ่นısıtmasự đốt nóng暖气, 加热отопление加熱 ('θermansi)
ουσιαστικό θηλυκό
η παροχή θερμότητας σε κλειστό χώρο σπίτι χωρίς θέρμανση κεντρική θέρμανση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close