θεμέλιο

Μεταφράσεις

θεμέλιο

fondementfoundation, groundworkfundaciónStiftungfondazionestichtingfundaçãofundacjaФондацияNadaceStiftelseфундамент (θe'melio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. (στον πληθ) το στήριγμα κτίσματος κάτω από το έδαφος τα θεμέλια ενός σπιτιού
2. μεταφορικά η βάση τα θεμέλια μιας ιδεολογίας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close