θεμιτός

(προωθήθηκε από θεμιτή)
Μεταφράσεις

θεμιτός

(θemi'tos) αρσενικό

θεμιτή

(θemi'ti) θηλυκό

θεμιτό

fair, lawful, legitimate, licitlicitejustoהוגן공정한rättvisยุติธรรม (θemi'to) ουδέτερο
επίθετο
1. λογικός θεμιτή ερώτηση
2. στα επιτρεπτά όρια θεμιτή διαδικασία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close