θεραπεύω

Μεταφράσεις

θεραπεύω

cure, treat, healيَشْفِي, يُعالِجُhojit se, léčithelbrede, heleheilencurarparantaa, parantuaguéririzliječiti, zacijeliticurare, guarire治す, 治る(상처 등이) 낫다, (...을)치료하다genezenhelbrede, kurerezagoić, zaradzićcicatrizar, curarвылечивать, лечитьbota, läkaรักษาiyileşmek, tedavi etmekchữa bệnh, hàn gắn愈合, 治愈 (θera'pevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κπ καλά θεραπεύω κπ από σοβαρή αρρώστια
2. καταπολεμάω αρρώστια θεραπεύω αρρώστια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close