θηλασμός

Μεταφράσεις

θηλασμός

(θila'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
η διαδικασία κατά την οποία το μωρό θηλάζει
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close