θηλαστικό

Αναζητήσεις σχετικές με θηλαστικό: σαρκοφάγα
Μεταφράσεις

θηλαστικό

mamíferomammalثَدِيِيّsavecpattedyrSäugetiernisäkäsmammifèresisavacmammifero哺乳動物포유동물zoogdierpattedyrssakmamíferoмлекопитающееdäggdjurสัตว์เลี้ยงลูกด้วยนมmemeliđộng vật có vú哺乳动物бозайник哺乳動物 (θilasti'ko)
ουσιαστικό ουδέτερο
κάθε ζώο που θηλάζει
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close