θλίψη

Μεταφράσεις

θλίψη

chagrin, peinetristezza, doloresmutekgrief, distressأَسىًzármuteksorgKummerduelosuružalost深い悲しみ슬픔verdrietsorgpesar, tristezaгореsorgความเศร้าโศกkedernỗi đau悲痛 ('θlipsi)
ουσιαστικό θηλυκό
στενοχώρια, λύπη νιώθω θλίψη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close