θολός

(προωθήθηκε από θολή)
Μεταφράσεις

θολός

(θο'los) αρσενικό

θολή

(θο'li) θηλυκό

θολό

dim, cloudy, turbidtrouble (θο'lo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι διαυγής θολά τζάμια θολά νερά
2. ασαφής θολή εικόναανάμνηση
3. χωρίς λάμψη, άδειος θολό βλέμμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close