θρήσκος

(προωθήθηκε από θρήσκο)
Μεταφράσεις

θρήσκος

('θriskos) αρσενικό

θρήσκα

('θriska) θηλυκό

θρήσκο

pieuxreligiousreligiosareligieuzereligiosoالدينيةрелигиозни宗教宗教religiøseדתי宗教종교 ('θrisko) ουδέτερο
επίθετο
που ζει σύμφωνα με τις θρησκευτικές του αρχές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close