θροΐζω

Μεταφράσεις

θροΐζω

(θro'izo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ακούγομαι ελαφρά όταν κινούμαι τα φύλλα θροΐζουν
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close