θυρεοειδής

Μεταφράσεις

θυρεοειδής

tireoidothyroïde (θireoi'ðis)
ουσιαστικό αρσενικό
αδένας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close