ιατρικός

(προωθήθηκε από ιατρικό)
Μεταφράσεις

ιατρικός

(iatri'kos) αρσενικό

ιατρική

(iatri'ci) θηλυκό

ιατρικό

medicinamédicalmedicalطِبِيّlékařskýmedicinskmedizinischmédicolääketieteellinenmedicinskimedico医学の의학의medischmedisinskmedycznymédicoмедицинский, врачебныйmedicinskทางการแพทย์tıbbithuộc y học医学的, 医疗медицински醫療 (iatri'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την ιατρική ή το γιατρό ιατρική εξέταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close