ιδρυτικός

(προωθήθηκε από ιδρυτικό)
Μεταφράσεις

ιδρυτικός

(iðriti'kos) αρσενικό

ιδρυτική

(iðriti'ci) θηλυκό

ιδρυτικό

charter, foundinginstituantfundaciónGründungосновательfundação成立成立창립 (iðriti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με ίδρυση είμαι ιδρυτικό μέλος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close