ιεράρχηση

Μεταφράσεις

ιεράρχηση

hierarchyjerarquíaHierarchiegerarchiaИерархияhiërarchiehierarquiaالتسلسل الهرميйерархияhierarchiehierarki階層hierarki (ie'rarçisi)
ουσιαστικό θηλυκό
το να δίνει κν σειρά προτεραιότητας σε κτ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close