ικανοποιημένος

(προωθήθηκε από ικανοποιημένη)
Μεταφράσεις

ικανοποιημένος

(ikanopii'menos) αρσενικό

ικανοποιημένη

(ikanopii'meni) θηλυκό

ικανοποιημένο

content, contented, pleased, satisfiedراضٍ, مَسْرورspokojenýtilfredserfreut, zufriedensatisfecho, contentomielissään, tyytyväinencontent, satisfaitzadovoljanlieto, soddisfatto嬉しい, 満足した기뻐하는, 만족한tevredenfornøydzadowolonysatisfeitoдовольный, удовлетворенныйnöjdพอใจmemnun, tatmin olmuşhài lòng, thỏa mãn满足的, 高兴的 (ikanopii'meno) ουδέτερο
επίθετο
ευχαριστημένος είμαι ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close