ισχίο

Μεταφράσεις

ισχίο

(i'sçio)
ουσιαστικό ουδέτερο
ανατομία σημείο άρθρωσης της λεκάνης
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close