κ

Μεταφράσεις

κ

c, k, q (k)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
κάππα, το δέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close