κάνω οδοιπορικό

Μεταφράσεις

κάνω οδοιπορικό

يَمْشي في أرضٍ وَعْرَة

κάνω οδοιπορικό

jít na túru

κάνω οδοιπορικό

vandre

κάνω οδοιπορικό

trecken

κάνω οδοιπορικό

trek

κάνω οδοιπορικό

caminar

κάνω οδοιπορικό

vaeltaa

κάνω οδοιπορικό

faire un périple

κάνω οδοιπορικό

pješačiti

κάνω οδοιπορικό

fare trekking

κάνω οδοιπορικό

苦難に耐えつつ旅をする

κάνω οδοιπορικό

고생하며 여행하다

κάνω οδοιπορικό

trekken

κάνω οδοιπορικό

reise langt

κάνω οδοιπορικό

wędrować

κάνω οδοιπορικό

caminhar

κάνω οδοιπορικό

путешествовать

κάνω οδοιπορικό

resa

κάνω οδοιπορικό

เดินอย่างช้าๆ

κάνω οδοιπορικό

zahmetli bir yürüyüşe çıkmak

κάνω οδοιπορικό

đi bộ vất vả

κάνω οδοιπορικό

艰苦跋涉
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close