κάπνισμα

Μεταφράσεις

κάπνισμα

smokingتَدْخِيـنkouřenírygningRauchenfumartupakointifumerpušenjefumo喫煙흡연rokenrøykingpaleniefumarкурениеrökningการสูบบุหรี่sigara içmeksự hút thuốc吸烟吸煙עישון ('kapnizma)
ουσιαστικό ουδέτερο
το να καπνίζει κν Το κάπνισμα βλάπτει την υγεία.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close