κάτοικος

Μεταφράσεις

κάτοικος

inhabitant, resident, denizenhabitante, residentehabitant, résidentسَاكِنٌ, مُقِيمobyvatelbeboerBewohner, Einwohnerasukasstanovnikabitante, residente住人, 居住者주민bewoner, inwonerbeboer, innbyggermieszkaniec, rezydentresidente, habitanteжительinvånare, vara bosattผู้พักอาศัย, ผู้อยู่อาศัยsakindân cư, người dân居民居民תושב ('katikos)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
που κατοικεί μόνιμα κάπου είμαι κάτοικος Αθηνών
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close