κέικ

Μεταφράσεις

κέικ

cakeKuchen蛋糕蛋糕ケーキ케이크เค้ก ('ceik)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
είδος γλυκού
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close