κήρυγμα

Αναζητήσεις σχετικές με κήρυγμα: κηρύσσω
Μεταφράσεις

κήρυγμα

sermon, homilyمَوْعِظَةkázáníprædikenPredigtsermónsaarnasermonpropovijedpredica説教설교preekprekenkazaniesermãoпроповедьpredikanการเทศนา การให้โอวาทvaazbài thuyết giáo布道 ('ciriɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
λόγος θρησκευτικού περιεχομένου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close