καίριος

(προωθήθηκε από καίριο)
Μεταφράσεις

καίριος

('cerios) αρσενικό

καίρια

('ceria) θηλυκό

καίριο

gravekey, critical, grave, timelySchlüsselchiaveключsleutelchaveمفتاحkluczключklíčnøgleavainמפתחnyckel ('cerio) ουδέτερο
επίθετο
1. που γίνεται τη σωστή στιγμή καίρια πρωτοβουλία
2. αποτελεσματικός καίριο πλήγμα
3. πολύ σημαντικός καίριος ρόλος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close