καθήκον

Μεταφράσεις

καθήκον

Pflichtduty, taskdebervelvollisuusdevoirdovereobowiązekдолгوَاجِبpovinnostpligtdužnost任務임무plichtpliktdeverpliktหน้าที่görevnghĩa vụ关税 (ka'θikon)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. υποχρέωση Έχω το καθήκον να σε ειδοποιήσω.
2. αρμοδιότητα ασκώ τα καθήκοντά μου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close