καθησυχάζω

Μεταφράσεις

καθησυχάζω

reassure, comfortrassurerيَطمَئِنُujistitforsikreberuhigentranquilizarrauhoittaaumirivatirassicurare安心させる안심시키다geruststellenberoligeuspokoićtranquilizarзаверятьförsäkraทำให้วางใจgüven vermeklàm yên lòng再保证 (kaθisi'xazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ηρεμώ καθησυχάζω την ανησυχίατους φόβους κάποιου καθησυχάζω κπ καθησυχάζω την πείνα μου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close